Meaning of -άδα | Babel Free
/ˈa.ða/Ορισμοί
- επίθημα αφηρημένων μετεπιθετικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν μια ιδιότητα που έχει σχέση με αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη
- επίθημα περιληπτικών θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από απόλυτα αριθμητικά
- επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν χυμό ή φαγητό που παράγεται από την πρωτότυπη λέξη
- επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν τη βόλτα με το όχημα που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη ή μια ευχάριστη δραστηριότητα
- επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών
- ασπράδα
- αφηρημάδα
- βαρκάδα
- βλιχάδα
- βυσσινάδα
- ζαλάδα
- ζωηράδα
- καλάδα
- καμινάδα
- λεμονάδα
- λιακάδα
- μακαρονάδα
- μανταρινάδα
- νοστιμάδα
- πατινάδα
- περατζάδα
- πηγάδα
- ποδηλατάδα
- πορτοκαλάδα
- πουλάδα
- ρομαντζάδα
- σκιάδα
- σοροκάδα
- σουμάδα
- στρωματσάδα
- φασολάδα
- φρεσκάδα
- φρονιμάδα
Ισοδύναμα
English
-ade
Παραδείγματα
“βάρκα (várka, “boat”) + -άδα (-áda) → βαρκάδα (varkáda, “boating”)”
“άμαξα (ámaxa, “carriage”) + -άδα (-áda) → αμαξάδα (amaxáda, “going for a drive”)”
“φρόνιμος (frónimos, “sensible”) + -άδα (-áda) → φρονιμάδα (fronimáda, “wisdom”)”
“νόστιμος (nóstimos, “tasty”) + -άδα (-áda) → νοστιμάδα (nostimáda, “flavour, piquancy”)”
“πορτοκάλι (portokáli, “orange”) + -άδα (-áda) → πορτοκαλάδα (portokaláda, “orangeade”)”
“τρία (tría, “three”) + -άδα (-áda) → τριάδα (triáda, “triad, set of three”)”
“δώδεκα (dódeka, “twelve”) + -άδα (-áda) → δωδεκάδα (dodekáda, “dozen”)”
“είκοσι (eíkosi, “twenty”) + -άδα (-áda) → εικοσάδα (eikosáda, “score, set of twenty”)”
“ζωηρός > ζωηράδα”
“δέκα > δεκάδα”
“πορτοκάλι > πορτοκαλάδα”
“ποδήλατο > ποδηλατάδα, ρομάντζα > ρομαντζάδα”
“ζάλη > ζαλάδα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.