Meaning of -άγρα | Babel Free
Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση
- ασθένειας στο μέρος που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
- κάποιου εργαλείου που πιάνει αντικείμενο όπως ορίζεται στο πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“ποδάγρα”
“λιθάγρα (που πιάνει και σηκώνει λίθους)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.