Meaning of -άκιας | Babel Free
/ˈa.cas/Ορισμοί
- επίθημα αρσενικών ουσιαστικών με μειωτική ή απαξιωτική σημασία
- που παράγονται από επίθετα, ουσιαστικά
- στον προφορικό λόγο, και από ρήματα
Παραδείγματα
“έξυπνος > εξυπνάκιας”
“κόρτε > κορτάκιας”
“περιμένω > περιμενάκιας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.