Meaning of -άκου | Babel Free
/ˈa.ku/Ορισμοί
-
γενική ενικού του -άκης, επιθήματος ανδρικού επωνύμου formal
- από τη λόγια γενική πτώση του αρσενικού, επίθημα άκλιτων γυναικείων επωνύμων
Παραδείγματα
“Δημητράκος (Dimitrákos, male's surname) + -άκου (-ákou) → Δημητράκου (Dimitrákou, female's surnme)”
“η κυρία Αγγελάκου έχει πάρει το επώνυμο του συζύγου της που λέγεται Αγγελάκης”
“εναλλακτική συνηθέστερη μορφή: -άκη”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.