Meaning of -άκη | Babel Free
/ˈa.ci/Ορισμοί
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του -άκης accusative, genitive, singular, vocative
- από τη γενική πτώση του αρσενικού, επίθημα άκλιτων γυναικείων επωνύμων
Παραδείγματα
“η κυρία Αγγελάκη έχει πάρει το επώνυμο του συζύγου της που λέγεται Αγγελάκης”
“εναλλακτική λογιότερη μορφή: -άκου”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.