HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -άκη | Babel Free

Phrase masculine CEFR B1
/ˈa.ci/

Ορισμοί

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του -άκης
    accusative, genitive, singular, vocative
  2. από τη γενική πτώση του αρσενικού, επίθημα άκλιτων γυναικείων επωνύμων

Παραδείγματα

“η κυρία Αγγελάκη έχει πάρει το επώνυμο του συζύγου της που λέγεται Αγγελάκης”
“εναλλακτική λογιότερη μορφή: -άκου”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -άκη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course