HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -άκι | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈa.ci/

Ορισμοί

  1. επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων
    diminutive
  2. από ουσιαστικά
    diminutive
  3. επίθημα για το σχηματισμό θηλυκών επωνύμων που προέρχονται από ανδρικά επώνυμα σε -άκις
    rare
  4. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του -άκις
    accusative, genitive, singular, vocative
  5. από κύρια θηλυκά ονόματα
    diminutive
  6. για ονόματα ζώων, δηλώνοντας το μικρό τους
    diminutive
  7. για επαγγέλματα
    diminutive, offensive

Παραδείγματα

“ποτάμι (potámi, “river”) + -άκι (-áki) → ποταμάκι (potamáki, “rivulet”)”
“άντρας (ántras, “husband”) + -άκι (-áki) → αντράκι (antráki)”
“γυναίκα (gynaíka, “wife”) + -άκι (-áki) → γυναικάκι (gynaikáki)”
“κερί (kerí, “candle”) + -άκι (-áki) → κεράκι (keráki, “small candle”)”
“λουλούδι > λουλουδάκι, κορίτσι > κοριτσάκι”
“Κατερίνα > Κατερινάκι”
“σκύλος > σκυλάκι, χελώνα > χελωνάκι”
“δικηγόρος > δικηγοράκι”
“Στην τάξη μας, οι μαθήτριες Μαρία Παπαδάκι και Μαρία Παπαδάκη έχουν το ίδιο όνομα και το ίδιο επώνυμο, με άλλη ορθογραφία.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -άκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course