Σημασία του -άκι | Babel Free
ˈa.ciΟρισμοί
-
επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων diminutive
-
από ουσιαστικά diminutive
-
επίθημα για το σχηματισμό θηλυκών επωνύμων που προέρχονται από ανδρικά επώνυμα σε -άκις rare
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του -άκις accusative, genitive, singular, vocative
-
από κύρια θηλυκά ονόματα diminutive
-
για ονόματα ζώων, δηλώνοντας το μικρό τους diminutive
-
για επαγγέλματα diminutive, offensive
Παραδείγματα
“ποτάμι (potámi, “river”) + -άκι (-áki) → ποταμάκι (potamáki, “rivulet”)”
“άντρας (ántras, “husband”) + -άκι (-áki) → αντράκι (antráki)”
“γυναίκα (gynaíka, “wife”) + -άκι (-áki) → γυναικάκι (gynaikáki)”
“κερί (kerí, “candle”) + -άκι (-áki) → κεράκι (keráki, “small candle”)”
“λουλούδι > λουλουδάκι, κορίτσι > κοριτσάκι”
“Κατερίνα > Κατερινάκι”
“σκύλος > σκυλάκι, χελώνα > χελωνάκι”
“δικηγόρος > δικηγοράκι”
“Στην τάξη μας, οι μαθήτριες Μαρία Παπαδάκι και Μαρία Παπαδάκη έχουν το ίδιο όνομα και το ίδιο επώνυμο, με άλλη ορθογραφία.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free