Meaning of ψόφος | Babel Free
/ˈpso.fos/Ορισμοί
- ο θάνατος
- το πολύ κρύο, το ψοφόκρυο
-
ζώο που είναι ανυπάκουο ή ενοχλητικό idiomatic
Παραδείγματα
“Κάνει ψόφο έξω!”
It's freezing cold outside!
“μυϊκός ψόφος”
muscular noise
“κακό ψόφο να 'χει (βρισιά)”
“※ Κι έκαν' ένα κρύο, καθώς έτρεχε και μ'εκατονείκοσι, έναν ψόφο! Μα ποιός λογάριαζε ψόφο εκείνη την ώρα; (Ρένος, Ουλάν Μπατόρ, εκδ. Πατάκη, 1999, σελ. 273)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.