HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψόφος | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/ˈpso.fos/

Ορισμοί

  1. ο θάνατος
  2. το πολύ κρύο, το ψοφόκρυο
  3. ζώο που είναι ανυπάκουο ή ενοχλητικό
    idiomatic

Παραδείγματα

“Κάνει ψόφο έξω!”

It's freezing cold outside!

“μυϊκός ψόφος”

muscular noise

“κακό ψόφο να 'χει (βρισιά)”
“※ Κι έκαν' ένα κρύο, καθώς έτρεχε και μ'εκατονείκοσι, έναν ψόφο! Μα ποιός λογάριαζε ψόφο εκείνη την ώρα; (Ρένος, Ουλάν Μπατόρ, εκδ. Πατάκη, 1999, σελ. 273)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψόφος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course