Meaning of ψυχομαχώ | Babel Free
/psi.xo.maˈxo/Ορισμοί
- χαροπαλεύω, αφήνω την τελευταία μου πνοή, δίνω μάχη να σώσω την ψυχή μου (με την έννοια του να ζήσω), ψυχορραγώ, ξεψυχώ, παραδίδω το πνεύμα, πνέω τα λοίσθια
-
είμαι πολύ άρρωστος, σαν να πεθαίνω, αλλά χρησιμοποιώ τον όρο με υπερβολή figuratively
Παραδείγματα
“※ Πέθαινε, λέει, ψυχομαχούσε, κι άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Χάρος. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.