HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ψάθα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
psaˈθa

Ορισμοί

  1. το συνήθως συνθετικό πολύ λεπτού πάχους στρώμα που χρησιμοποιείται στις παραλίες για να τοποθετούνται αντικείμενα ή να ξαπλώνουν οι κολυμβητές -σπανίως είναι ακόμα και σήμερα από ψάθα ή άλλα αγρωστοειδή φυτά
  2. οικισμός της Αττικής
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψαθάς
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. γυναικείο επώνυμο
  5. το πλέγμα που κατασκευάζεται από στελέχη ή άχυρα φυτών (π.χ. βούρλα, σχίνους, τύφη), τα οποία υφαίνονται ή συνδέονται και σταθεροποιούνται με διάφορους τρόπους ώστε να σχηματίζουν ένα σταθερό και κάπως παχύ στρώμα μικρού ή μεγάλου εμβαδού για κάθισμα, πατάκι, τέντα, χαλί κ.λπ. -άλλοτε η ψάθα χρησίμευε ως στρώμα των πολύ φτωχών
  6. κόλπος της Κιμώλου
  7. η κοινή ονομασία του φυτού τύφη, ένα από τα φυτά που χρησίμευαν κυρίως παλιότερα για την κατασκευή ψάθινων αντικειμένων
  8. ονομασία πανιού σε σχήμα τραπεζίου των ιστιοφόρων πλοίων, ευρύτατατα διαδεδομένο μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα. Το ιστίο αυτό λέγεται και ράντα, που είναι επίσης τετράπλευρο πανί, αλλά λίγο διαφορετικό από την αρχική ψάθα
  9. το ψάθινο καπέλο (όχι το σχετικά μικρό ψαθάκι)

Ισοδύναμα

العربية خوص
Български плетен
Català vímet
Čeština proutěný virgule
Deutsch Flechtwerk Geflecht krippen Weide
Ελληνικά λυγαριά ψάθινος
English Wicker
Español mimbre mimbroso
Suomi vitsa vitsas
Français osier
Gaeilge caolach
Galego bringa vimbio vime
Magyar vessző
Italiano stuoia vimini vinco vinco
日本語 小枝
한국어 고리
Nederlands gevlochten teen twijg
Polski wiklina
Português verga vime
Română nuia
Русский лоза прут
Српски vime лоза прут
Svenska korgvide
Türkçe hasır

Παραδείγματα

“στην ψάθα”

destitute

“Άπλωσε την ψάθα για να ακουμπήσω τα πράγματα μη γεμίσουν άμμους”
“※ Απ' όλο το πρόσωπό της στάζει η γλύκα της ομορφιάς, κ' η πίκρα του πόνου, της φτώχειας, της άδικης όμως φτώχειας, της φτώχειας που παίρνει το θύμα της από το μιντέρι και το τινάζει στην έρημη τη ψάθα. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου)”
“※ Όταν χρησιμοποιήθηκαν οι πρώτες μηχανές εσωτερικής καύσης στα καΐκια, η ράντα αντικατέστησε την πρυμνιά ψάθα σε πολλές μπρατσέρες ενώ ακόμα πιο πρόσφατα, συναντιόντουσαν και μονάλμπουρα καΐκια με ράντα. (Τα Πανιά (Β! Μέρος), aegeanwoodenwalls.blogspot.com, 13/2/2007 http://aegeanwoodenwalls.blogspot.com/2007/02/blog-post_13.html)”
“※ Φορούσε μια πλατύγυρη ψάθα στο κεφάλι και χρωματιστά ματογυάλια στη μύτη του (Ανδρέας Καρκαβίτσας)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ψάθα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free