Σημασία του ψάθα | Babel Free
psaˈθaΟρισμοί
- το συνήθως συνθετικό πολύ λεπτού πάχους στρώμα που χρησιμοποιείται στις παραλίες για να τοποθετούνται αντικείμενα ή να ξαπλώνουν οι κολυμβητές -σπανίως είναι ακόμα και σήμερα από ψάθα ή άλλα αγρωστοειδή φυτά
- οικισμός της Αττικής
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψαθάς accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- το πλέγμα που κατασκευάζεται από στελέχη ή άχυρα φυτών (π.χ. βούρλα, σχίνους, τύφη), τα οποία υφαίνονται ή συνδέονται και σταθεροποιούνται με διάφορους τρόπους ώστε να σχηματίζουν ένα σταθερό και κάπως παχύ στρώμα μικρού ή μεγάλου εμβαδού για κάθισμα, πατάκι, τέντα, χαλί κ.λπ. -άλλοτε η ψάθα χρησίμευε ως στρώμα των πολύ φτωχών
- κόλπος της Κιμώλου
- η κοινή ονομασία του φυτού τύφη, ένα από τα φυτά που χρησίμευαν κυρίως παλιότερα για την κατασκευή ψάθινων αντικειμένων
- ονομασία πανιού σε σχήμα τραπεζίου των ιστιοφόρων πλοίων, ευρύτατατα διαδεδομένο μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα. Το ιστίο αυτό λέγεται και ράντα, που είναι επίσης τετράπλευρο πανί, αλλά λίγο διαφορετικό από την αρχική ψάθα
- το ψάθινο καπέλο (όχι το σχετικά μικρό ψαθάκι)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“στην ψάθα”
destitute
“Άπλωσε την ψάθα για να ακουμπήσω τα πράγματα μη γεμίσουν άμμους”
“※ Απ' όλο το πρόσωπό της στάζει η γλύκα της ομορφιάς, κ' η πίκρα του πόνου, της φτώχειας, της άδικης όμως φτώχειας, της φτώχειας που παίρνει το θύμα της από το μιντέρι και το τινάζει στην έρημη τη ψάθα. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου)”
“※ Όταν χρησιμοποιήθηκαν οι πρώτες μηχανές εσωτερικής καύσης στα καΐκια, η ράντα αντικατέστησε την πρυμνιά ψάθα σε πολλές μπρατσέρες ενώ ακόμα πιο πρόσφατα, συναντιόντουσαν και μονάλμπουρα καΐκια με ράντα. (Τα Πανιά (Β! Μέρος), aegeanwoodenwalls.blogspot.com, 13/2/2007 http://aegeanwoodenwalls.blogspot.com/2007/02/blog-post_13.html)”
“※ Φορούσε μια πλατύγυρη ψάθα στο κεφάλι και χρωματιστά ματογυάλια στη μύτη του (Ανδρέας Καρκαβίτσας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free