Meaning of ψαθάδικο | Babel Free
Ορισμοί
- το εμπορικό κατάστημα που πουλούσε -κυρίως παλιότερα- ψάθα και γενικά ψάθινα είδη ή τα επιδιόρθωνε (όπως π.χ. τις ψάθινες καρέκλες)
- το ψαθοχώρι, το χωριό ή η περιοχή που είχε ως κύριο πηγή εισοδήματος την επεξεργασία και εμπορία ψάθινων ειδών
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.