HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

χορτοφάγος

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. φυτοφάγος
  2. που τρέφεται με φυτικές τροφές, που δεν τρώει οτιδήποτε ζωικό εκτός από μύκητες (μανιτάρια) ή σπανίως μέλι

Ισοδύναμα

21 more languages

Παραδείγματα

“Ο γιος μου έγινε χορτοφάγος πέρσι.”

My son became a vegetarian last year.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη χορτοφάγος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free