Meaning of χλομός | Babel Free
/xloˈmos/Ορισμοί
- που έχει χάσει λόγω αδιαθεσίας ή φόβου, ταραχής ή άλλου συναισθήματος το φυσιολογικό χρώμα του, κυρίως στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να φαίνεται ωχρός, πελιδνός, υποκίτρινος
- αμυδρός, αδύναμος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.