HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

χέλι

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈçeli

Ορισμοί

  1. ψάρι με μακρύ κυλνδρικό σώμα, σαν του φιδιού, και με γλοιώδες δέρμα (της τάξης των Εγχελυόμορφων (Anguilliformes)
  2. άτομο ικανό να ξεφεύγει από δύσκολες καταστάσεις
    figuratively

Ισοδύναμα

Englisheel
Españolanguila
FrançaisanguilleEEL
33 more languages
Afrikaanspaling
العربيةثعبان البحر
Българскизмиорка
Bosanskiala
Češtinaúhořúhor
Danskal
Euskaraaingira
Gaeilgeeascann
עבריתצלופח
Hrvatskiala
Magyarangolna
Հայերենօձաձուկ
Bahasa Indonesiabelut
Íslenskaáll
Italianoanguilla
日本語うなぎ
ქართულიგველთევზა
Kurdîala
Nederlandsaal
NorskÅl
Polskiwęgorz
Portuguêsenguia
Românățipar
Русскийугорь
Shqipngjalë
Српскиalaјегуља
Svenskaalåla
Tiếng Việtlươn
中文鳗鱼
繁體中文鰻魚

Παραδείγματα

“Βρήκαμε κάτι νερά που υπήρχαν μέσα χέλια. (Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, α΄ τόμος, Eρμής, Αθήνα 2003)”
“Γλύστρησε σαν χέλι. (Νίκος Μπακόλας, «Στις αυλές της θάλασσας». H Θεσσαλονίκη των συγγραφέων, Iανός, Θεσσαλονίκη 1996)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη χέλι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free