HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χέλι | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈçeli/

Ορισμοί

  1. ψάρι με μακρύ κυλνδρικό σώμα, σαν του φιδιού, και με γλοιώδες δέρμα (της τάξης των Εγχελυόμορφων (Anguilliformes)
  2. άτομο ικανό να ξεφεύγει από δύσκολες καταστάσεις
    figuratively

Ισοδύναμα

English Eel

Παραδείγματα

“Βρήκαμε κάτι νερά που υπήρχαν μέσα χέλια. (Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, α΄ τόμος, Eρμής, Αθήνα 2003)”
“Γλύστρησε σαν χέλι. (Νίκος Μπακόλας, «Στις αυλές της θάλασσας». H Θεσσαλονίκη των συγγραφέων, Iανός, Θεσσαλονίκη 1996)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χέλι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course