Meaning of χάντρα | Babel Free
/ˈxan.dɾa/Ορισμοί
- μικρό διακοσμητικό αντικείμενο, περίπου σφαιρικού σχήματος, με μια διαμπερή τρύπα στη μέση για να μπορεί να περάσει από εκεί κάποια κλωστή, αλυσίδα, καρφίτσα κλπ.
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- γενική ονομασία για τον ξερό σπόρο του φασολιού (φασόλια χάντρες)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.