Meaning of φωτισμός | Babel Free
/fo.tiˈzmos/Ορισμοί
- η διάχυση φωτός σε ένα χώρο, η παροχή φωτός
- τα μέσα, οι εγκαταστάσεις ή και οι τεχνικές με τις οποίες παρέχεται το φως σε σπίτια, δρόμους ή σε πιο ειδικές περιστάσεις
- η βάφτιση
Ισοδύναμα
English
illumination
Παραδείγματα
“Στην τελευταία ταινία του Χ, ανέλαβε τον φωτισμό η γυναίκα του”
“Ηρθανε τα Φώτα και ο φωτισμός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.