φωτιστικός
Ορισμοί
που φωτίζει
Ισοδύναμα
7 more languages
DeutschBeleuchtung
Polskioświetlenie
Παραδείγματα
“φωτιστικό πετρέλαιο (kerosene, paraffin)”
“φωτιστική πηγή”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free