Meaning of φράκο | Babel Free
/ˈfɾa.ko/Ορισμοί
επίσημο ανδρικό ένδυμα, μαύρο συνήθως παλτό ή σακάκι, κοντό από μπροστά και με μακρύ ύφασμα από πίσω το οποίο είναι σχισμένο στα δύο από το στρίφωμα έως τη μέση -το φορούν αρχισερβιτόροι, οι φορείς στις κηδείες, οι μαέστροι
Παραδείγματα
“※ Άπαντες σχεδόν οι άνδρες και πάντως όλοι οι Βρεταννοί έφερον φράκα, πλην ολίγων αξιωματικών, των οποίων τα ερυθρά χιτώνια και αι χρυσαί επωμίδες εξεχώριζαν (Ανδρέας Εμπειρίκος, Μέγας Ανατολικός)”
“Ένας Ήταν Γυμνός κι ο Άλλος Φόραγε Φράκο (L´uomo nudo e l´uomo in frak, 1985, έργο του Ντάρι Φο)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.