φοίνικας
Ορισμοί
- αυτός που ανήκει στην αρχαία φυλή των Φοινίκων
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- αειθαλές τροπικό δέντρο της οικογένειας Palmae ή Arecaceae, το οποίο έχει ψηλό και κυλινδρικό, σχεδόν ίσιο και χωρίς κλαδιά, κορμό που καταλήγει σε θύσανο
- ιερό πουλί της αρχαίας Αιγύπτου. Θεωρούνταν ότι ζει αιώνες κι, όταν ένιωθε ότι θα πεθάνει, έμπαινε σε φωτιά από αρωματικά φύλλα, για να αναγεννηθεί από τις στάχτες του
- το πρώτο ασημένιο νόμισμα του ελληνικού κράτους μετά την Τουρκοκρατία
Ισοδύναμα
29 more languages
DeutschHandflächeHandinnenflächeHandtellerKokospalmePalmePhoenixPhönixPhönizierPhönizierinPhönizisch
فارسیفنیقی
Magyarföníciai
Հայերենփյունիկեցի
한국어鵷
Русскийдланьладоньладошапальмовое деревопальмовыйпятерняфениксфиники́ецфиники́йкафиникийскийфиники́йскийфиникиянинфиники́янкаФи́никсцяпцюх
Shqippalmë
Тоҷикӣфиниқӣ
Tiếng Việt鳳
中文腓尼基人
繁體中文腓尼基人
Παραδείγματα
“Ο φοίνικας κόπηκε στην Αίγινα το 1828 από την καποδιστριακή κυβέρνηση και είχε αναπαράσταση του παραπάνω πτηνού στη μία του όψη. Αντικαταστάθηκε το 1832 από τη δραχμή”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free