Σημασία του φοίνικας | Babel Free
ˈfi.ni.kasΟρισμοί
- αυτός που ανήκει στην αρχαία φυλή των Φοινίκων
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- αειθαλές τροπικό δέντρο της οικογένειας Palmae ή Arecaceae, το οποίο έχει ψηλό και κυλινδρικό, σχεδόν ίσιο και χωρίς κλαδιά, κορμό που καταλήγει σε θύσανο
- ιερό πουλί της αρχαίας Αιγύπτου. Θεωρούνταν ότι ζει αιώνες κι, όταν ένιωθε ότι θα πεθάνει, έμπαινε σε φωτιά από αρωματικά φύλλα, για να αναγεννηθεί από τις στάχτες του
- το πρώτο ασημένιο νόμισμα του ελληνικού κράτους μετά την Τουρκοκρατία
Ισοδύναμα
Deutsch
Handfläche
Handinnenfläche
Handteller
Kokospalme
Palme
Phoenix
Phönix
Phönizier
Phönizierin
phönizisch
Phönizisch
فارسی
فنیقی
Français
cidarie du prunier
empaumure
palmaire
palme
palmier
Paume
phénicien
phénicien
Phénicienne
phénix
phoenix
Magyar
föníciai
Հայերեն
փյունիկեցի
한국어
鵷
Русский
длань
ладонь
ладоша
пальмовое дерево
пальмовый
пятерня
феникс
финики́ец
финики́йка
финики́йский
финикийский
финикиянин
финики́янка
Фи́никс
цяпцюх
Shqip
palmë
Тоҷикӣ
финиқӣ
Tiếng Việt
鳳
中文
腓尼基人
繁體中文
腓尼基人
Παραδείγματα
“Ο φοίνικας κόπηκε στην Αίγινα το 1828 από την καποδιστριακή κυβέρνηση και είχε αναπαράσταση του παραπάνω πτηνού στη μία του όψη. Αντικαταστάθηκε το 1832 από τη δραχμή”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free