Meaning of παλάμη | Babel Free
/paˈla.mi/Ορισμοί
- το εσωτερικό τμήμα του ανθρώπινου χεριού, από τον καρπό μέχρι την άκρη των δακτύλων
- ένα δεκατόμετρο
- όσο το άνοιγμα της ανθρώπινης παλάμης
-
το ένα δέκατο του πήχη dated
Παραδείγματα
“※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.