φλαμπέ
Ορισμοί
πυρπολημένο, φλογισμένο: γαστρονομικός όρος για φαγητά που προκειμένου να γίνουν νοστιμότερα ή απλώς πιο εντυπωσιακά, όταν σερβίρονται η επιφάνειά τους καταβρέχεται με αλκοόλ και στη συνέχεια πυρπολείται, ώστε αυτή να καλυφθεί για μερικά δευτερόλεπτα από φλόγες. Αυτές σβήνουν όταν καεί σχεδόν όλο το οινόπνευμα που είχε χυθεί
Ισοδύναμα
12 more languages
Catalàflamejar
Češtinaflambovat
Danskflambere
Deutschflambieren
Magyarflambíroz
Bahasa Indonesiaflambe
Italianofiammeggiare
日本語フランベ
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free