Meaning of φειδώ | Babel Free
/fiˈðo/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
-
η λελογισμένη χρήση αγαθών, η οικονομία, το μέτρο όσον αφορά στην κατανάλωση formal
Παραδείγματα
“με φειδώ”
sparingly, thriftily, frugally, parsimoniously
“χωρίς φειδώ”
unsparingly, extravagantly
“Η κατανάλωση νερού και ρεύματος, πρέπει να γίνεται με φειδώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.