Σημασία του φειδώ | Babel Free
fiˈðoΟρισμοί
- γυναικείο όνομα
-
η λελογισμένη χρήση αγαθών, η οικονομία, το μέτρο όσον αφορά στην κατανάλωση formal
Ισοδύναμα
Български
икономичен
Català
parsimònia
Eesti
kitsi
Galego
parsimonia
Íslenska
hirða
Қазақша
үнем
Kurdî
lakota
Македонски
штедливост
Bahasa Melayu
penyederhanaan
Português
parcimônia
Παραδείγματα
“με φειδώ”
sparingly, thriftily, frugally, parsimoniously
“χωρίς φειδώ”
unsparingly, extravagantly
“Η κατανάλωση νερού και ρεύματος, πρέπει να γίνεται με φειδώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free