υπόνομος
Ορισμοί
αγωγός ομβρίων ή αστικών λυμάτων, συνήθως υπόγειος
Ισοδύναμα
17 more languages
Παραδείγματα
“※ Με τους κριούς αλύπητα έδερνε όλη μέρα τα τειχογυρίσματα, και τη νύχτα οι εργάτες έσκαβαν υπονόμους όπου γκρεμίζουνταν οι βαρείς πέτρινοι τοίχοι. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Κεφάλαιο ΚΔ, 1911)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free