HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τόκος | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/ˈto.kos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. : το κέρδος που προκύπτει για το δανειστή ή πιστωτή από το κεφάλαιο που δανείζει στον δανειζόμενο ή δανειολήπτη και το οποίο καθορίζεται με διμερή συμφωνία άλλοτε στο πλαίσιο του νόμου και άλλοτε παράνομα
  3. το επιτόκιο

Ισοδύναμα

English interest

Παραδείγματα

“με τους τόκους θα πάρει πίσω τα τριπλά απ' όσα δάνεισε στο φουκαρά”
“του δάνεισε με τόκο 10%, δηλαδή για τα 1000 ευρώ που έδωσε θα πάρει 1100”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τόκος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course