Meaning of τόκος | Babel Free
/ˈto.kos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- : το κέρδος που προκύπτει για το δανειστή ή πιστωτή από το κεφάλαιο που δανείζει στον δανειζόμενο ή δανειολήπτη και το οποίο καθορίζεται με διμερή συμφωνία άλλοτε στο πλαίσιο του νόμου και άλλοτε παράνομα
- το επιτόκιο
Ισοδύναμα
English
interest
Παραδείγματα
“με τους τόκους θα πάρει πίσω τα τριπλά απ' όσα δάνεισε στο φουκαρά”
“του δάνεισε με τόκο 10%, δηλαδή για τα 1000 ευρώ που έδωσε θα πάρει 1100”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.