επιτόκιο
Ορισμοί
ο τόκος που αντιστοιχεί σε ένα ποσό, εκφρασμένος ως ποσοστό, κατά κανόνα, επί τοις εκατό (%) για χρονικό διάστημα (συνήθως) ενός έτους
Ισοδύναμα
Englishinterest rate
26 more languages
العربيةسِعْر الْفَائِدَة
Bosanskiinteres
Catalàtipus d'interès
Ελληνικάτόκος
فارسینرخ بهره
हिन्दीदर
Hrvatskiinteres
Magyarkamatláb
Bahasa Indonesiasuku bunga
Italianotasso di interesse
ქართულისაპროცენტო განაკვეთი
한국어이율
Portuguêstaxa de juros
Русскийпроце́нтная ста́вка
Српскиinteres
Kiswahilikiwango cha riba
Türkçefaiz oranı
Tiếng Việtlãi suất
Παραδείγματα
“Η ετήσια προθεσμιακή κατάθεση που έκανα την τράπεζα έχει πολύ καλό επιτόκιο, 3% το χρόνο, οπότε για τις 50.000 ευρώ που κατέθεσα θα λάβω μετά από ένα χρόνο τόκο 1.500 ευρώ. (δηλαδή: 50.000 × 0,03 = 1.500)”
“Η εξαμηνιαία προθεσμιακή κατάθεση που έκανα την τράπεζα έχει επιτόκιο, 3% το χρόνο, οπότε για τις 50.000 ευρώ που κατέθεσα θα λάβω μετά από έξι μήνες τόκο 750 ευρώ. (δηλαδή: 50.000 × (0,03 : 2) = 750)”
“Χρειαζόμουν άμεσα 1.000 ευρώ και αναγκάστηκα να τα σηκώσω από το ATM με την πιστωτική κάρτα μου, παρόλο που το επιτόκιο ήταν πολύ υψηλό, 5% το μήνα. (σε ένα μήνα πρέπει να εξοφληθεί το ποσό των 1.050 ευρώ, 1.000 (αρχικό ποσό) + 50 (τόκος: 1.000 × 0,05))”
“και δείτε τη Συζήτηση:επιτόκιο”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free