Meaning of τσουκνίδα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- ονομασία πολλών κοινών αγριόχορτων του γένους Κνίδη (Urtica) τα οποία καλύπτονται από μικροσκοπικές βελόνες με δηλητήριο που ερεθίζει άμεσα το δέρμα του ανθρώπου
Παραδείγματα
“Τὸ θυμητικό μου εἶναι μπαξὲς χορταριασμένος, τὰ μονοπάτια του πνιγμένα μὲς στὴν τσουκνίδα καὶ τὴν ἀγριάδα. (Κοσμάς Πολίτης, Στοῦ Χατζηφράγκου. εκδ. Α. Καραβία, Αθήνα 1963)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.