HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τσουκνίδα

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. ονομασία πολλών κοινών αγριόχορτων του γένους Κνίδη (Urtica) τα οποία καλύπτονται από μικροσκοπικές βελόνες με δηλητήριο που ερεθίζει άμεσα το δέρμα του ανθρώπου

Ισοδύναμα

EnglishNettle
Españolortiga
Françaisortieortié
25 more languages
العربيةقراص
Българскикоприва
Esperantourtiko
فارسیگزنه
Magyarcsalán
Հայերենեղինջ
日本語蕁麻
ქართულიჭინჭარი
한국어쐐기풀
Nederlandsbrandnetelnetel
Portuguêsortigaurtiga
Русскийкрапива
Tiếng Việttầm ma
繁體中文蕁麻

Παραδείγματα

“Τὸ θυμητικό μου εἶναι μπαξὲς χορταριασμένος, τὰ μονοπάτια του πνιγμένα μὲς στὴν τσουκνίδα καὶ τὴν ἀγριάδα. (Κοσμάς Πολίτης, Στοῦ Χατζηφράγκου. εκδ. Α. Καραβία, Αθήνα 1963)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τσουκνίδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free