Meaning of τσαπί | Babel Free
/t͡saˈpi/Ορισμοί
- σκαπτικό εργαλείο με μακρόστενο, κοφτερό, μεταλλικό εξάρτημα πεπλατυσμένο στα δύο άκρα και προσαρμοσμένο σε ξύλινο στέλεχος
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“※ Kι ὁ Kουκουλιώτης βάνοντας φτυάρι καὶ τσαπὶ στὸν ὦμο ἐδιάταξε τὴ γυναίκα νὰ τὸν ἀκολουθήσει μαζὶ μὲ τὸ παιδί της. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Πίστομα», περιοδικό Τέχνη, Αθήνα 1899· μετέπειτα στον τόμο Κορφιάτικες ἱστορίες)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.