Meaning of τσαγιέρα | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγιερό accusative, nominative, plural, vocative
- σκεύος που χρησιμοποιείται για το σερβίρισμα τσαγιού ή άλλου ζεστού ροφήματος
- κουζινικό σκεύος για το βράσιμο νερού, βραστήρας νερού
Ισοδύναμα
English
Teapot
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.