HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τρόφιμο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈtɾo.fi.mo

Ορισμοί

  1. οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει τροφή για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα ως προϊόν που μπορεί να αγοραστεί, αποθηκευτεί κλπ
    plural-normally
  2. αιτιατική ενικού του τρόφιμος
    accusative, singular

Ισοδύναμα

31 more languages

Παραδείγματα

“Αυτό το τρόφιμο έχει λήξει και πρέπει να το πετάξουμε.”

This food item has expired and we must throw it away.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τρόφιμο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free