Meaning of τρόφιμο | Babel Free
/ˈtɾo.fi.mo/Ορισμοί
-
οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει τροφή για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα ως προϊόν που μπορεί να αγοραστεί, αποθηκευτεί κλπ plural-normally
-
αιτιατική ενικού του τρόφιμος accusative, singular
Ισοδύναμα
English
Comestible
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.