HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τροχαλία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/tɾo.xaˈli.a/

Ορισμοί

  1. τροχός του οποίου η στεφάνη έχει αύλακα κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εφαρμόσει σε αυτήν ένα σχοινί· χρησιμοποιείται για την ανύψωση βαρών
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. τροχαλία με ιμάντα: τροχός σε μηχανή που περιστρέφεται και και μεταδίδει με ιμάντα την κίνησή του σε άλλα τμήματα της μηχανής

Ισοδύναμα

English Pulley

Παραδείγματα

“※ Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο (Μαρία Κατσικά-Πισιμίση, Λαγκάδια Αρκαδίας, 19ος αιώνας και αρχές 20ου: κείμενα από ένα Λαγκαδινό σπίτι, 2001)”
“σταθερή ή πάγια τροχαλία: τροχαλία στερεωμένη σε σταθερό σημείο”
“κινητή ή ελεύθερη τροχαλία: τροχαλία κινούμενη ελεύθερα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τροχαλία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course