Meaning of τρολ | Babel Free
Ορισμοί
- υπερφυσικό πλάσμα με παραμορφωμένα ανθρώπινα χαρακτηριστικά
-
που καταχράται ένα δίκτυο συζήτησης στέλνοντας προκλητικά μηνύματα με σκοπό τον εκνευρισμό των μελών του και ατέλειωτες συζητήσεις internet-slang, neologism
Ισοδύναμα
English
Troll
Παραδείγματα
“※ Πλάκα κάνω. Απλά ήθελε να δει τους μαγαζάτορες να τσακώνονται. Ο κλασικός προβοκάτορας. Τρολ. (Λένος Χρηστίδης, Η Μελαμψή Παρθένος, εκδ. Καστανιώτη, 2014”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.