HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τρολ | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. υπερφυσικό πλάσμα με παραμορφωμένα ανθρώπινα χαρακτηριστικά
  2. που καταχράται ένα δίκτυο συζήτησης στέλνοντας προκλητικά μηνύματα με σκοπό τον εκνευρισμό των μελών του και ατέλειωτες συζητήσεις
    internet-slang, neologism

Ισοδύναμα

English Troll

Παραδείγματα

“※ Πλάκα κάνω. Απλά ήθελε να δει τους μαγαζάτορες να τσακώνονται. Ο κλασικός προβοκάτορας. Τρολ. (Λένος Χρηστίδης, Η Μελαμψή Παρθένος, εκδ. Καστανιώτη, 2014”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τρολ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course