τριγυρίζω
Ορισμοί
-
περιφέρομαι, γυρνάω γύρω γύρω σε ένα μέρος χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και κατεύθυνση intransitive
-
περιβάλλω, περιτριγυρίζω transitive
-
περιτριγυρίζω, πλησιάζω ή ενοχλώ κάποιον με κάποιον σκοπό transitive
-
περιτριγυρίζω, πλησιάζω ή ενοχλώ κάποιον με ερωτικούς σκοπούς especially, transitive
-
φαίνεται ότι πλησιάζω να κολλήσω κάποιον especially, transitive
Ισοδύναμα
12 more languages
Παραδείγματα
“※ Ένα πλουσιόπαιδο του τόπου εδώ τριγύριζε τη Φρόσω από καιρό, από τότε που κατοικούσαν ακόμα στο επαρχείο. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free