Meaning of τριγυρίζω | Babel Free
Ορισμοί
-
περιφέρομαι, γυρνάω γύρω γύρω σε ένα μέρος χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και κατεύθυνση intransitive
-
περιβάλλω, περιτριγυρίζω transitive
-
περιτριγυρίζω, πλησιάζω ή ενοχλώ κάποιον με κάποιον σκοπό transitive
-
περιτριγυρίζω, πλησιάζω ή ενοχλώ κάποιον με ερωτικούς σκοπούς especially, transitive
-
φαίνεται ότι πλησιάζω να κολλήσω κάποιον especially, transitive
Ισοδύναμα
English
Wander
Παραδείγματα
“※ Ένα πλουσιόπαιδο του τόπου εδώ τριγύριζε τη Φρόσω από καιρό, από τότε που κατοικούσαν ακόμα στο επαρχείο. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.