Σημασία του τουρσί | Babel Free
tuɾˈsiΟρισμοί
σκεύασμα λαχανικών συντηρημένο κυρίως με ξύδι και πιθανώς αλάτι (π.χ. λάχανο, πιπεριές, μελιτζάνες)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Έχω μια συνταγή για το λεμόνι τουρσί.”
I have a recipe for lemon pickle.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free