Meaning of ταχθείς | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει ταχθεί υπέρ κάποιου ή μιας ιδέας, που είναι ταγμένος εναντίον κάποιου
- β΄ πρόσωπο ενικού του εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του ρήματος τάσσω
- που έχει οριστεί σε μία θέση
Παραδείγματα
“ο εισηγητής του νομοσχεδίου, ταχθείς κατά των τροποποιήσεων...”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.