Meaning of σύμπραξη | Babel Free
/ˈsim.bra.ksi/Ορισμοί
- η συνεργασία, η κοινή ενέργεια για την επίτευξη ενός κοινού έργου
- παράταξη ανθρώπων και ένωσή τους υπό κοινές ιδέες, ιδεολογίες, θρησκευτικές πεποιθήσεις ή σκοπούς
- πολιτική παράταξη, το κόμμα, η συνιστώσα (η οποία ανήκει σε ευρύτερο σχήμα)
- ο συνασπισμός κομμάτων (στον οποίο ανήκουν επιμέρους συνιστώσες) - Προσοχή: να μη συγχέεται με τον προηγούμενο ορισμό λόγω ομοιότητας
- η συμμαχία, το ενιαίο μέτωπο, το μπλοκ
Παραδείγματα
“σύμπραξη επιχειρήσεων με σκοπό τον επηρεασμό των τιμών”
“σύμπραξη των ολοκληρωτικών καθεστώτων κατά των δημοκρατικών”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.