Meaning of σύζευξη | Babel Free
/ˈsi.zef.ksi/Ορισμοί
- το ζέψιμο δύο ή περισσοτέρων υποζυγίων (αλόγων, βοδιών, κ.ά.) για όργωμα, μεταφορά άμαξας, κ.λπ.
-
συνένωση, συναρμογή, στενή σύνδεση figuratively
- συνένωση μηχανών ή ηλεκτρικών συσκευών, ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα
- η ένωση δύο ανθρώπων και η ανταλλαγή γεννητικών προϊόντων
- η ένωση διά του γάμου
- λογικός δυαδικός τελεστής (πράξη) που δέχεται δύο λογικές προτάσεις και δίνει αποτέλεσμα 'Αληθής' (true) όταν και οι δύο προτάσεις είναι 'Αληθείς', αλλιώς δίνει 'Ψευδής' (false)
- η σύνθετη λογική πρόταση (συζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∧ (βλ. προηγούμενο)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“σύζευξη σκοπών”
“Συμβολισμός: ∧, όπως p∧q, όπου p,q λογικές προτάσεις και διαβάζεται «p και q»”
“Αντίθετο: διάζευξη”
“Υπερώνυμο: λογικό συνδετικό”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.