σύζευξη
Ορισμοί
- το ζέψιμο δύο ή περισσοτέρων υποζυγίων (αλόγων, βοδιών, κ.ά.) για όργωμα, μεταφορά άμαξας, κ.λπ.
-
συνένωση, συναρμογή, στενή σύνδεση figuratively
- συνένωση μηχανών ή ηλεκτρικών συσκευών, ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα
- η ένωση δύο ανθρώπων και η ανταλλαγή γεννητικών προϊόντων
- η ένωση διά του γάμου
- λογικός δυαδικός τελεστής (πράξη) που δέχεται δύο λογικές προτάσεις και δίνει αποτέλεσμα 'Αληθής' (true) όταν και οι δύο προτάσεις είναι 'Αληθείς', αλλιώς δίνει 'Ψευδής' (false)
- η σύνθετη λογική πρόταση (συζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∧ (βλ. προηγούμενο)
Ισοδύναμα
18 more languages
Българскисъединител
Bosanskiконтакт
Esperantokonjunkcio
Hrvatskiконтакт
Italianoaggancio
日本語接続詞
Kurdîbaglama
Српскиконтакт
Türkçebağlama
Παραδείγματα
“σύζευξη σκοπών”
“Συμβολισμός: ∧, όπως p∧q, όπου p,q λογικές προτάσεις και διαβάζεται «p και q»”
“Αντίθετο: διάζευξη”
“Υπερώνυμο: λογικό συνδετικό”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free