Meaning of σύζευγμα | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συζευγνύω
-
σύνθετο μόριο που προκύπτει από τη χημική ένωση δύο ή περισσότερων διαφορετικών μορίων με σκοπό τη βελτίωση των ιδιοτήτων τους, όπως η στοχευμένη δράση ή η αυξημένη αποτελεσματικότητα instrumental
Παραδείγματα
“σύζευγμα αντισώματος, φαρμάκου”
“※ Χημική τροποποίηση του μορίου της αρτεμισινίνης και σύνθεση διμερών συζευγμάτων της με άλλα βιοδραστικά μόρια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.