Meaning of σφίγγα | Babel Free
/ˈsfiŋ.ɡa/Ορισμοί
- φτερωτό τέρας της αρχαίας μυθολογίας με ουρά φιδιού, σώμα λιονταριού και κεφάλι γυναίκας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σφίγγας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σφίγγας accusative, genitive, singular, vocative
-
άνθρωπος που δεν εκφράζει καθαρά τις απόψεις του figuratively
Ισοδύναμα
English
Sphinx
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.