HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

συναγωγή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
si.na.ɣoˈʝi

Ορισμοί

  1. η συνάθροιση, η συγκέντρωση ανθρώπων στον ίδιο τόπο
  2. το μάζεμα, η συλλογή
  3. το αποτέλεσμα του συνάγω (π.χ. ένα συμπέρασμα)
  4. ο τόπος συγκέντρωσης, λατρείας της ιουδαϊκής θρησκείας
  5. η θερμοσυναγωγή, τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται η θερμότητα μέσα σε ένα ρευστό

Ισοδύναμα

33 more languages

Παραδείγματα

“Η συναγωγή του κόσμου στην πλατεία ήταν εντυπωσιακή.”

The gathering of people in the square was impressive.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη συναγωγή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free