Meaning of συναγωγή | Babel Free
/si.na.ɣoˈʝi/Ορισμοί
- η συνάθροιση, η συγκέντρωση ανθρώπων στον ίδιο τόπο
- το μάζεμα, η συλλογή
- το αποτέλεσμα του συνάγω (π.χ. ένα συμπέρασμα)
- ο τόπος συγκέντρωσης, λατρείας της ιουδαϊκής θρησκείας
- η θερμοσυναγωγή, τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται η θερμότητα μέσα σε ένα ρευστό
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.