HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συναγωγή | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/si.na.ɣoˈʝi/

Ορισμοί

  1. η συνάθροιση, η συγκέντρωση ανθρώπων στον ίδιο τόπο
  2. το μάζεμα, η συλλογή
  3. το αποτέλεσμα του συνάγω (π.χ. ένα συμπέρασμα)
  4. ο τόπος συγκέντρωσης, λατρείας της ιουδαϊκής θρησκείας
  5. η θερμοσυναγωγή, τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται η θερμότητα μέσα σε ένα ρευστό

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συναγωγή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course