Meaning of συνένωση | Babel Free
/siˈne.no.si/Ορισμοί
- η ένωση δύο ή περισσότερων ανεξάρτητων στοιχείων που δημιουργεί ένα νέο οργανικό σύνολο
- η πράξη της ένωσης σειραϊκά μίας ή περισσοτέρων σειραϊκών (sequential) δομών δεδομένων (data structures), με πιο γνωστή την ένωση συμβολοσειρών (strings)
- το αποτέλεσμα της προηγούμενης πράξης, που είναι επίσης μιά σειραϊκή δομή δεδομένων
- , (στο σχεσιακό μοντέλο) δυαδικός τελεστής (πράξη) της σχεσιακής άλγεβρας, που λαμβάνει σαν τελεστέους δύο σχέσεις (πίνακες) δημιουργώντας μία νέα σχέση που βασίζεται στο καρτεσιανό γινόμενό τους. Στη βιβλιογραφία πολλές φορές αναφέρεται ως συνένωση, η εσωτερική συνένωση.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“το νομοσχέδιο "Καποδίστριας" προέβλεπε τη συνένωση γειτονικών δήμων ή κοινοτήτων σε ενιαίους δήμους”
“Συμβολισμός: ⋈ₚ, όπως S⋈_(pR), όπου S και R οι σχέσεις προς συνένωση, και p η συνθήκη”
“Υπώνυμα: καρτεσιανό γινόμενο, εσωτερική συνένωση, εξωτερική συνένωση, αυτοσυνένωση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.