Meaning of συμβάλλω | Babel Free
/siɱˈva.lo/Ορισμοί
- ενώνομαι
- βοηθώ, συνεισφέρω, συντείνω σε μια κοινή προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού
- {στην παθητική φωνή, νομικός όρος)
Ισοδύναμα
English
contribute
Παραδείγματα
“(για ποτάμια) ενώνομαι κι εκβάλλω”
“※ Φαίνεται να αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο της συμβίωσης ορισμένων φυτών με βακτηρίδια, συμβάλλοντας στην προσκόλληση βακτηριδίων στα χόρτα (Legumes) (Χριστίνα Τεσσερομμάτη, Φυτά με φαρμακολογικές ιδιότητες: Σύγχρονες Φυτοθεραπευτικές Δυνατότητες, εκδ. Σπανός-Βιβλιοφιλία, 2016, σελ. 99)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.