HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συμβάλλω | Babel Free

Verb CEFR B2
/siɱˈva.lo/

Ορισμοί

  1. ενώνομαι
  2. βοηθώ, συνεισφέρω, συντείνω σε μια κοινή προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού
  3. {στην παθητική φωνή, νομικός όρος)

Ισοδύναμα

English contribute

Παραδείγματα

“(για ποτάμια) ενώνομαι κι εκβάλλω”
“※ Φαίνεται να αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο της συμβίωσης ορισμένων φυτών με βακτηρίδια, συμβάλλοντας στην προσκόλληση βακτηριδίων στα χόρτα (Legumes) (Χριστίνα Τεσσερομμάτη, Φυτά με φαρμακολογικές ιδιότητες: Σύγχρονες Φυτοθεραπευτικές Δυνατότητες, εκδ. Σπανός-Βιβλιοφιλία, 2016, σελ. 99)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συμβάλλω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course