συγκριτικά
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (συγκριτικό) του συγκριτικός
Ισοδύναμα
13 more languages
العربيةنسبيا
Catalàcomparativament
Galegocomparativamente
Հայերենհամեմատաբար
Italianorelativamente
日本語割合
Portuguêscomparativamente
Українськапорівняно
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: συγκριτικώς (λόγιο)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free