HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στουπί | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/stuˈpi/

Ορισμοί

  1. χωριό της Πιερίας, πρώην ονομασία της Νέας Εφέσου
    dated
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. μάζα από ίνες βαμβακιού, λιναριού κλπ.·που χρησιμοποιείται κυρίως στον καθαρισμό από λιπαρές ουσίες {*}
  4. κομμάτι ύφασμα ποτισμένο με εύφλεκτο υγρό που χρησιμοποιείται για την πυροδότηση εμπρηστικών μηχανισμών
  5. μεθυσμένος
    familiar

Ισοδύναμα

English Oakum Tow

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στουπί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course