Meaning of στουπί | Babel Free
/stuˈpi/Ορισμοί
-
χωριό της Πιερίας, πρώην ονομασία της Νέας Εφέσου dated
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- μάζα από ίνες βαμβακιού, λιναριού κλπ.·που χρησιμοποιείται κυρίως στον καθαρισμό από λιπαρές ουσίες {*}
- κομμάτι ύφασμα ποτισμένο με εύφλεκτο υγρό που χρησιμοποιείται για την πυροδότηση εμπρηστικών μηχανισμών
-
μεθυσμένος familiar
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.