HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στεγνός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/steˈɣnos/

Ορισμοί

  1. που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί
  2. που του λείπουν υγρά
  3. αδυνατισμένος, αποστεωμένος
    figuratively
  4. που δεν είναι γλαφυρός
  5. χωρίς συναίσθημα
    figuratively
  6. αχρήματος, αδέκαρος
    figuratively
  7. που δεν έχει πιει καθόλου
    figuratively
  8. που δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων
    figuratively
  9. τα στεγνά
    vulgar

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στεγνός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course