Σημασία του στεγνός | Babel Free
steˈɣnosΟρισμοί
- που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί
- που του λείπουν υγρά
-
αδυνατισμένος, αποστεωμένος figuratively
- που δεν είναι γλαφυρός
-
χωρίς συναίσθημα figuratively
-
αχρήματος, αδέκαρος figuratively
-
που δεν έχει πιει καθόλου figuratively
-
που δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων figuratively
-
τα στεγνά vulgar
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το πουκάμισο είναι πια στεγνός και μπορείς να το φορέσεις.”
The shirt is now dry and you can wear it.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free