Meaning of στεγνός | Babel Free
/steˈɣnos/Ορισμοί
- που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί
- που του λείπουν υγρά
-
αδυνατισμένος, αποστεωμένος figuratively
- που δεν είναι γλαφυρός
-
χωρίς συναίσθημα figuratively
-
αχρήματος, αδέκαρος figuratively
-
που δεν έχει πιει καθόλου figuratively
-
που δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων figuratively
-
τα στεγνά vulgar
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.