Σημασία του στασίδι | Babel Free
staˈsi.ðiΟρισμοί
ξύλινο κάθισμα στον τοίχο ορθόδοξης εκκλησίας, με σπαστό ξύλο καθίσματος που κλείνει και με μπράτσα σε ψηλότερο σημείο για τη στήριξη όρθιου ανθρώπου· διαφορετικά είναι τα στασίδια σε εκκλησίες άλλων δογμάτων ή σε συναγωγές
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free