Meaning of σορός | Babel Free
/soˈɾos/Ορισμοί
- το σώμα του νεκρού (όπως έχει προετοιμαστεί για ταφή ή αποτέφρωση)
- ανδρικό επώνυμο
- το φέρετρο στο οποίο έχουν τοποθετήσει μια σορό
Παραδείγματα
“※ Η σορός του βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας Κολομβιανού συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο οποίος απεβίωσε την Μεγάλη Πέμπτη, αποτεφρώθηκε ήδη, όπως ανακοίνωσε ο πρεσβευτής του Μεξικού. (enet.gr)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.