HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκούπα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ˈsku.pa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. μέσο για την απομάκρυνση σκόνης και σκουπιδιών από μια επιφάνεια όπως ένας δρόμος, ένα πάτωμα
  3. πράξη που επιφέρει σημαντικές αλλαγές σε μεγάλη έκταση
    figuratively
  4. μαζικές συλλήψεις από την αστυνομία
    figuratively
  5. συνώνυμο του σκουπόχορτο
  6. ο αμυντικός παίχτης που αναλαμβάνει διάφορους ρόλους σε ποικίλες θέσεις ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
    slang

Ισοδύναμα

English Broom

Παραδείγματα

“Θα πέσει σκούπα σε όλα τα παλιοπράγματα που μαζεύτηκαν στο σαλόνι.”
“※ Ποια μέτρα περιλαμβάνει το νομοσχέδιο «σκούπα» που κατατίθεται στη Βουλή (Εφημερίδα Το Βήμα, 25/4/2013)”
“επιχείρηση σκούπα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκούπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course