Σημασία του σκούπα | Babel Free
ˈsku.paΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- μέσο για την απομάκρυνση σκόνης και σκουπιδιών από μια επιφάνεια όπως ένας δρόμος, ένα πάτωμα
-
πράξη που επιφέρει σημαντικές αλλαγές σε μεγάλη έκταση figuratively
-
μαζικές συλλήψεις από την αστυνομία figuratively
- συνώνυμο του σκουπόχορτο
-
ο αμυντικός παίχτης που αναλαμβάνει διάφορους ρόλους σε ποικίλες θέσεις ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) slang
Παραδείγματα
“Θα πέσει σκούπα σε όλα τα παλιοπράγματα που μαζεύτηκαν στο σαλόνι.”
“※ Ποια μέτρα περιλαμβάνει το νομοσχέδιο «σκούπα» που κατατίθεται στη Βουλή (Εφημερίδα Το Βήμα, 25/4/2013)”
“επιχείρηση σκούπα”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free