Meaning of σανός | Babel Free
/saˈnos/Ορισμοί
- ξεραμένα χόρτα (τριφύλλι, βρόμη κ.ά.), που θερίζονται πριν φτάσουν στην ωρίμανση και αποθηκεύονται για ζωοτροφή
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
English
Hay
Παραδείγματα
“πούλησε τα σανά του”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.