HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σαλάμι

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
saˈla.mi

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. αλλαντικό που παρασκευάζεται με ψιλοκομμένο χοιρινό ή/και μοσχαρίσιο κρέας, καπνιστό ή βραστό, λίπος και διάφορα μπαχαρικά

Ισοδύναμα

EnglishSalami
Españolsalami
Françaissalami
33 more languages
العربيةسَلَامِي
Българскисала́м
Catalàsalami
Češtinasalám
DeutschSalami
Esperantosalamo
Suomisalami
Galegosalame
हिन्दीसलामी
Magyarszalámi
Հայերենսալյամի
Italianosalamesalami
日本語サラミ
ქართულისალიამი
한국어살라미
Kurdîsalam
Latviešusālāmi
Македонскисалама
मराठीसलामी
Nederlandssalami
Polskisalami
Portuguêssalame
Românăsalam
Српскиsalamaсалама
Svenskasalami
Türkmençesalam
Tagalogsalami
Türkçesalam
Українськасалямі

Παραδείγματα

“Ο κύριος Σαλάμι μας υποδέχτηκε με χαμόγελο.”

Mr. Salami welcomed us with a smile.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σαλάμι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free