Meaning of σαλάμι | Babel Free
/saˈla.mi/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- αλλαντικό που παρασκευάζεται με ψιλοκομμένο χοιρινό ή/και μοσχαρίσιο κρέας, καπνιστό ή βραστό, λίπος και διάφορα μπαχαρικά
Ισοδύναμα
English
Salami
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.