HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του σαλάμι | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
saˈla.mi

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. αλλαντικό που παρασκευάζεται με ψιλοκομμένο χοιρινό ή/και μοσχαρίσιο κρέας, καπνιστό ή βραστό, λίπος και διάφορα μπαχαρικά

Ισοδύναμα

العربية سَلَامِي
Български сала́м
Bosanski salama салама
Català salami
Čeština salám
Deutsch Salami
Ελληνικά αλλαντοπώλισσα
English Salami
Esperanto salamo
Español salami
Suomi salami
Français salami
Galego salame
हिन्दी सलामी
Hrvatski salama салама
Magyar szalámi
Հայերեն սալյամի
Italiano salame salami
日本語 サラミ
ქართული სალიამი
한국어 살라미
Kurdî salam
Latviešu sālāmi
Македонски салама
मराठी सलामी
Nederlands salami
Polski salami
Português salame
Română salam
Русский колбаса салями
Српски salama салама
Svenska salami
Türkmençe salam
Tagalog salami
Türkçe salam
Українська салямі

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σαλάμι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free