Meaning of σέσουλα | Babel Free
/ˈse.su.la/Ορισμοί
μικρό φτυαράκι, πλαστικό ή μεταλλικό, που χρησιμοποιείται σήμερα κυρίως στα καταστήματα εμπορίας ξηρών καρπών, καφεκοπτεία, αποθήκες μπαχαρικών, ζωοτροφών κ.λπ. και που παλιότερα συνηθιζόταν στα μπακάλικα στη πώληση οσπρίων, αλεύρων ζάχαρης κ.λπ. από τα διακινούμενα τότε χύμα σε τσουβάλια
Παραδείγματα
“με τη σέσουλα”
by the bucketload, hand over fist
“※ γιατί τα πεντοχίλιαρα | δεν είναι πετσετάκια | να παίρνω με τη σέσουλα | να γράφω ραβασάκια.”
“※ Αυτό βέβαια δεν είναι παρά οριενταλισμός. Το ότι οι Έλληνες βρίσκονται κι αυτοί στην πάλαι ποτέ Εγγύς Ανατολή, δεν τους εμποδίζει να κάνουν εξωτισμό προς την Αίγυπτο—έστω κι αν οι Έλληνες στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν πολλά-πολλά για την Αίγυπτο, και καταλήγουν να αντλούν από το κοινό τους οθωμανικό παρελθόν, για να πουν το παραμικρό γι’ αυτήν. (Ο Καζαντζίδης χώνει στον στίχο του τραγουδιού τις τουρκικές λέξεις με τη σέσουλα.) Ήταν της μόδας τέτοιος εξωτισμός στις δεκαετίες του 50 και του 60. (Τι θα πει «γιαλελέλι»; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου), sarantakos.wordpress.com, 30/4/2025 https://sarantakos.wordpress.com/2025/04/30/nikolaou-21/#more-83173)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.