Meaning of ρώγα | Babel Free
/ˈroɣa/Ορισμοί
- ο μικρός σε μέγεθος σφαιρικός καρπός του τσαμπιού ενός σταφυλιού
- η θηλή του μαστού
- το ακροδάχτυλο από την εσωτερική του πλευρά
Ισοδύναμα
English
Nipple
Παραδείγματα
“Σὲ μιὰ ρῶγα ἀπὸ σταφύλι / ἔπεσαν ὀχτὼ σπουργῖτες / καὶ τρωγόπιναν οἱ φίλοι... τσίρι-τίρι, τσιριτρό, / τσιριτρί, / τσιριτρό (πρωτότυπο)”
“Σε μια ρώγα από σταφύλι / έπεσαν οχτὼ σπουργίτες / και τρωγόπιναν οι φίλοι... τσίρι-τίρι, τσιριτρό, / τσιριτρί, / τσιριτρό (μεταγραφή σε μονοτονικό )”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.